ειδήσεις ποιος είναι ο θεατρίνος θεατρική λέσχη άλλες σελίδες αρχική

11, October , 2007

ΔΡΑΜΑ ΕΝ ΑΤΤΙΚΗ

δημοσιεύτηκε στη στήλη: ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ - theatrinos @ 7:51 pm

 
Της Μαρίας Αμερικάνου


“Η προ του δράματος εποχή”

Το δράμα γεννήθηκε στον ελληνικό χώρο. Είναι ένας ζωντανός και διαχρονικός θα λέγαμε οργανισμός, που κυοφορήθηκε, γεννήθηκε και ανδρώθηκε στην Ελλάδα, και -ώριμος πιά- κατέκτησε με την πνευματική μεστότητα και ωριμότητά του, όλον τον κόσμο. Ακριβέστερα το δράμα -το αριστούργημα των αριστουργημάτων- γεννήθηκε στα όρια της Αττικής, κάτω από τον αέναο και φωτοδότη ήλιο, που πύρωνε τις άγιες πέτρες της. Γεννήθηκε μέσα στ’ αμπέλια και τις ελιές, στη Φύση που πάντα θα πεθαίνει το χειμώνα και πάντα θ΄ ανασταίνεται την άνοιξη.

Η δραματική ποίηση είναι ένα από τα τρία μεγάλα είδη του αρχαίου ελληνικού ποιητικού λόγου. Τα άλλα δύο είναι το έπος και η λυρική ποίηση, τα οποία προηγούνται χρονικά του δράματος και αποτελούν και τα κύρια συστατικά του στοιχεία. Θαρρείς και κάποιο θεϊκό χέρι ξεπήδησε από τα ιερά χώματα της Αττικής, τ’ ανακάτεψε κι έφτιαξε το μεγαλειώδες αυτό ποιητικό είδος, που μας μαγεύει και για χιλιάδες χρόνια από τότε που γεννήθηκε κατέκτησε το ανθρώπινο τρίπτυχο : σώμα, ψυχή, πνεύμα

Η επική ποίηση είναι και το πρεσβύτερο των τριών μεγάλων λογοτεχνικών ειδών. Ως αρχή των επικών ποιημάτων θεωρούνται οι μύθοι του λαού για τους Θεούς και τους ημίθεούς τους, καθώς και οι θρύλοι για τα ανδραγαθήματα και τα κατορθώματα επιφανών ανδρών (ηρώων). Οι μύθοι και θρύλοι αυτοί σι-γά σιγά γίνονται μακρύτεροι, περιεκτικότεροι, ώσπου τελικά ένας ποιητής τα παραλαμβάνει, τα διαμορφώνει και τους δίνει μια ενότητα, που αποτελεί το έπος. ¨Ενα από τα κύρια χαρακτηριστικά του είναι η εξαφάνιση της προσωπικότητας του αφηγητή, ο αντικειμενικός χαρακτήρας της αφηγήσεως, όπου κυριαρχεί το αντικειμενικό στοιχείο. Αξίζει εδώ να τονιστεί ότι, ενώ στην αρχή τα επικά ποιήματα ψάλλονταν από τους “αοιδούς” (επαγγελματίες τραγουδιστές, που τραγουδούσαν με συνοδεία κιθάρας) με το πέρασμα του χρόνου και καθώς τα έπη αποκτούσαν μεγάλη έκταση, οι αοιδοί παραμέρισαν τις κιθάρες τους κι έπαψαν να τραγουδούν. Τη θέση τους πήραν οι ραψωδοί που δεν ήταν ούτε ποιητές ούτε τραγουδιστές (αοιδοί) και απήγγειλαν κρατώντας στα χέρια τους ένα ραβδί, για να κανονίζουν το ρυθμό της απαγγελίας.

Παράλληλα προς τη μεγάλη επική, αναπτύχθηκε και η λυρική ποίηση, που δεν ασχολείται με τα κατορθώματα των ηρώων αλλά με τις προσωπικές ιδέες των ποιητών, τον εσωτερικό τους κόσμο, με την προβολή των συναισθημάτων τους. Η ποίηση λοιπόν παύει να είναι αντικειμενική, περιγραφική και γίνεται συναισθηματική και υποκειμενική και αυτή ακριβώς είναι η εσωτερική διαφορά μεταξύ λυρικής και επικής ποίησης. Η λυρική ποίηση άλλωστε ονομάζεται έτσι, επειδή συνοδευόταν από μουσική και διακρινόταν ανάλογα με το αν γράφτηκε για να τραγουδιέται από ένα ένα άτομο ή από χορό (χορωδία μονοφωνική).

Αυτά τα δύο μεγάλα αρχαία ποιητικά είδη ένωσαν κάποτε τη μακραίωνη πορεία και τη μεγάλη τους αξία και δημιούργησαν το δράμα…

Πώς ;
Ο χρόνος περνά… Οι εποχές διαδέχονται η μια την άλλη, η ζωή διαδέχεται το θάνατο αλλά και το αντίθετο, στη φύση και τον άνθρωπο, στο σώμα και την ψυχή. Μέσα στο χρόνο και την αμείλικτη πορεία του, κάτω από τον καταγάλανο αττικό ουρανό πορεύονται και οι γιορτές τού Διονύσου και όσο ο χρόνος περνά τόσο δυναμώνουν και ανδρώνονται μέσα στις ψυχές των προγόνων μας και μέσα στον κοινωνικό και πολιτιστικό τους βίο.

Ο Διθύραμβος λοιπόν, με το πέρασμα τού χρόνου, γίνεται όλο και πιο δημοφιλής και στην Αττική και στους δήμους των Μεσογείων, στην ανατολική πεδιάδα, όπου σήμερα βρίσκονται τα Σπάτα, το Κορωπί, η Ραφήνα, η Νέα Μάκρη, ο Μαραθώνας. Οι αγρότες και ειδικότερα οι αμπελουργοί βλέπουν τα αμπέλια τους γεμάτα σταφύλια στην εύφορη πεδιάδα και αποδίδουν το θαυμαστό αυτό έργο τής φύσης στο Διόνυσο, τον προστάτη θεό τους. Κάθε χρονιά την εποχή τού τρύγου, τον τιμούν με γιορτές και πανηγύρια που αποκτούν χαρακτήρα πάνδημο. Γυναίκες, άντρες, παιδιά αλλά και γέροντες ξεχύνονται στον κάμπο, μασκαρεμένοι σε ζώα και μεθούν, χορεύουν, τραγουδούν τα τραγούδια του θεού (τους Διθυράμβους), ακολουθούν τους θιασώτες τού θεού, τους Σατύρους, στους οποίους αποδίδονται τα χαρακτηριστικά τράγων και τελικά δίδουν και το όνομά τους σ’ ένα από τα τρία είδη τού δράματος, την τραγωδία (τράγων ωδή).

Σιγά σιγά, ειδικότερα μετά την παρέμβαση τού ποιητή Αρίωνα (ο οποίος όπως ήδη έχει λεχθεί, έδωσε τεχνική μορφή στο Διθύραμβο), οι γιορτές προς τιμήν τού θεού Διόνυσου έπαιρναν επισημότερο χαρακτήρα. Οι άρχοντες των πόλεων παρήγγειλαν σε γνωστούς ποιητές να συνθέτουν διθυράμβους και αναλαμβάνουν να καλύψουν τα έξοδα για την άρτια εκτέλεσή τους. Οι πιστοί που αναλαμβάνουν την εκτέλεση τού όλου εγχειρήματος - ο τραγικός χορός - ήταν βέβαια ερασιτέχνες αλλά είχαν κάποια πείρα και αποδεδειγμένες ικανότητες στο τραγούδι και το χορό. Οι ερασιτέχνες αυτοί χορευτές ονομάζονταν εθελονταί και η ομάδα τους θίασος. Οι εθελοντές έβαφαν τα πρόσωπά τους με το κατακάθι τού μούστου (τρυγία), μεταμφιέζονταν σε ζώα και κυρίως σε τράγους (σατύρους), οι ο-ποίοι συμβολίζουν τη γονιμότητα. Έτσι μεταμφιεσμένοι χόρευαν γύρω από το βωμό τού θεού Διονύσου και τραγουδούσαν το Διθύραμβο. Επικεφαλής τού τραγικού χορού ήταν ο εξάρχων, ο κορυφαίος τού χορού, ο οποίος σε κάποιο σημείο τού τραγουδιού ανέβαινε σ’ ένα κάθισμα ή τραπέζι, τον “ελεό” και “συζητούσε” με το χορό, δηλαδή ανταποκρινόταν στα εκδηλούμενα - μέσω τού τραγουδιού - αισθήματα. Ο χορός αυτός των εθελοντών ήταν κατά πάσα πιθανότητα κυκλικός και πλαισίωνε το τραγούδι του με μιμητικές κινήσεις, οι οποίες απέδιδαν επίσης το περιεχόμενο τού διθυράμβου. Έτσι πλάι στα αδόμενα (άσματα), υπήρχαν και τα δρώμενα (μιμητικές αναπαραστάσεις).

Κάποτε, δε γνωρίζουμε ακριβώς πότε, πάντως γύρω στα μέσα του 6ου π.Χ. Αιώνα κάποιος ποιητής από την αμπελόφυτη Ικαρία, κοντά στην Πεντέλη (όπου ο σημερινός Διόνυσος), ο Θέσπις είχε μιαν εξαίσια έμπνευση, στα πλαίσια μιας εκ των γιορτών τού θεού Διονύσου : ενώ η εκτέλεση τού διθυράμβου βρισκόταν σε εξέλιξη, ο ίδιος, φορώντας προσωπείο (μάσκα) κάποιου μυθικού προσώπου, μπήκε στη μέση τού χορού κι άρχισε ν’ απαγγέλλει (κι όχι πια να τραγουδά) απευθυνόμενος προς το χορό. Με τους στίχους αυτούς αποκρινόταν (αρχ. υπεκρίνετο, απ’ όπου και η λέξη υποκριτής) κατά κάποιον τρόπο στο τραγούδι τού χορού. Επίσης έδωσε νέα τροφή σ’ αυτό εφ’ όσον δημιούργησε την “κατάλληλη ατμόσφαιρα”, ώστε οι θεατές να κατανοήσουν και να νιώσουν το άσμα καλύτερα και βαθύτερα.

Ο νεωτερισμός αυτός, από μια πρώτη ματιά, ίσως δε φαίνεται πολύ σημαντικός. Οι συνέπειές του όμως έχουν αξία ανυπολόγιστη. Την ημέρα εκείνη που ο Θέσπις στάθηκε απέναντι από το χορό και συνδιελέγη μαζί του, με στίχους γι’ απαγγελία κι ένωσε το επικό στοιχείο τού διαλόγου και τής αφήγησης, με το λυρικό στοιχείο , που κυριαρχούσε αποκλειστικά ως τη στιγμή εκείνη, γεννήθηκε στην Ελλάδα και στον κόσμο το δράμα, ένα από τα λαμπρότερα δημιουργήματα τού ανθρώπινου πνεύματος.

Η διαμορφωτική πορεία του βέβαια, ώσπου να φτάσει στην τελική μορφή του είναι ακόμα “μακρά”, η γέννηση, όμως, τής κορυφαίας εκδήλωσης τού ελληνικού πνεύματος και η μεγαλειώδης προσφορά του στον παγκόσμιο πολιτισμό είναι πλέον γεγονός.

26, September , 2007

Ε Λ Ε Ν Η

δημοσιεύτηκε στη στήλη: ΕΙΔΗΣΕΙΣ, ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ - theatrinos @ 5:31 pm
 
 
Ξεκίνησα να δουλεύω την «Ελένη» στο μυαλό μου το 1985, όταν ήμουν στη Ρώμη . Από τότε πέρασαν πολλά χρόνια που σκεφτόμουν ότι είναι ένα κείμενο «βαρύ» , δεν έχει την αμεσότητα της Φαίδρας και ίσως κούραζε τους αμύητους στη θεατρική ποίηση του Γιάννη Ρίτσου.   Με την Μαρία Αμερικάνου συνεργάζομαι δώδεκα χρόνια.  Η πνευματική της ωριμότητα ήταν ένας πολύ καλός λόγος για να δοκιμάσουμε μαζί αυτή τη γερασμένη Ελένη, που όχι τυχαία ο ποιητής στο ξεκίνημα την ορίζει «εκατό, διακοσίων ετών».  Είναι το εσωτερικό γήρας, το μαράζωμα της μάταιης ομορφιάς, η συνειδητοποίηση του ευτελούς του πράγματος που κάνουν αυτή την Ελένη τόσο διαφορετική και τόσο ανθρώπινη. Διάλεξα ένα γυμνό άσπρο τοίχο για σκηνικό κι αντί προβολέων, μια κίτρινη λάμπα και μερικά φτηνά χρυσά κεριά και μια κόκκινη χαλασμένη απ’ τη πολυκαιρία σατέν ρόμπα για κουστούμι. Η Ελένη δεν ζει πια σε ανάκτορο, στο τέρμα του δρόμου δεν υπάρχουν λούσα, οι προβολείς  σβήνουν όταν δεν έχουν λόγο να φωτίσουν.  Το πιάνο του Γιώργου Κομνά είναι η μόνη πολυτέλεια που της επιτρέπεται να έχει . Η Ελένη εγκλωβισμένη λοιπόν σ’ ένα γυμνό τοίχο. Ανίκανη να ξεφύγει, όλες οι κινήσεις της εξαρτώνται απ’ αυτόν, κι ακόμα κι όταν προσπαθεί να πλησιάσει τον αόρατο στρατιώτη-ακροατή της που μόνο τη στολή του έχει αφήσει σε μια καρέκλα, πάλι το χέρι της είναι γαντζωμένο στο τοίχο σαν εξάρτηση ή ύστατη προστασία.Με την Μαρία  δουλέψαμε πολύ για να περιορίσουμε το κείμενο που θα παρουσιάζαμε, αφού η βραδιά δεν ήταν αμιγώς θεατρική.  Δυστυχώς κάποια πανέμορφα κομμάτια δεν ακούστηκαν αλλά το ύφος του Ρίτσου, η ηλιθιότητα του Πολέμου, η βλακεία της μάταιης ομορφιάς, πιστεύω ότι μεταδόθηκαν. Οι δούλες –αυτές οι τρομακτικές μαύρες μορφές που επιτέλους στο τέρμα της ζωής της αφεντικίνας τους επαναστατούν, (αλλά χωρίς πνευματικό υπόβαθρο η επανάστασή τους περιορίζεται στο κλέψιμο ρούχων και επίπλων), όπως επίσης και οι νεκροί που γεμίζουν το σπίτι της, μπορεί να τονίστηκαν –και κάποιοι να τους είδαν- από το χλωμό φως των κεριών.  Και το μαρτύριο αυτής της αιώνιας γυναίκας τελειώνει, μόλις τελειώνει κι η επαφή της μ’ αυτούς. Με μια συμβολική κίνηση στη φράση «χάνω και τους νεκρούς τώρα… Τους έχασα… Πάνε…» η δική μου Ελένη σταυρώνεται στο τοίχο που την προστάτευε, μία αντίθετη  συμβολικά σταύρωση από εκείνη του Χριστού με το ίδιο πολυπόθητο αποτέλεσμα. Την εσωτερική Λύτρωση.                                                                                                         
    Αντώνης Παπαδόπουλος

19, September , 2007

” Σ Ο Υ Ρ Ι Α Δ Α “

δημοσιεύτηκε στη στήλη: ΕΙΔΗΣΕΙΣ, ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ - theatrinos @ 6:38 pm
ΤΟ ΙΩΝΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ ΓΙΑ ΤΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ ΤΟΥ 2006 ΣΑΣ ΧΑΡΙΖΕΙ ΕΝΑ ΜΟΝΑΔΙΚΟ ΘΕΑΤΡΙΚΟ ΔΡΩΜΕΝΟ ΒΑΣΙΣΜΕΝΟ ΣΕ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΣΟΥΡΗ

ΠΑΡΑΣΤΑΣΕΙΣ :

2/09 Μέθανα
10/09 Κορυδαλλός
12/09 Δάφνη
15/09 Πέραμα
24/09 Μέγαρα
27/09 Βεάκειο Πειραιά

Από τον Αριστοφάνη στον Γεώργιο Σουρή

Δεν είναι, βέβαια, τυχαίο το γεγονός ότι το Θέατρο δημιουργήθηκε και καλλιεργήθηκε στην Ελλάδα, της οποίας ο πνευματικός πολιτισμός, ίσως, άγγιξε τα όρια της τελειότητας, εάν αναλογισθούμε ότι εδώ και χιλιάδες χρόνια επηρέασε τον Οικουμενικό Πολιτισμό και εξακολουθεί να οδηγεί τα βήματα του ακόμη και σήμερα στην Ειρήνη και την Δημιουργία.

Έτσι, οι αρχαίοι Έλληνες πήγαιναν στο Θέατρο, για να διδαχθούν από το θεατρικό έργο το οποίο «εδιδάσκετο» εκείνη την χρονική περίοδο ( και όχι « παρουσιαζόταν» όπως συνηθίζουμε σήμερα να λέμε) φέροντας στη σκηνή χαρακτήρες, θέματα και καταστάσεις του πολιτικού, του δημόσιου και του ιδιωτικού βίου διακωμωδώντας τα ( στην συγκεκριμένη περίπτωση), ώστε να προκαλούν τον γέλωτα στους θεατές με σκοπό να αποφεύγουν οι ίδιοι παρόμοιες καταστάσεις για να μη γελοιοποιηθούν.

Ο Αριστοφάνης υπήρξε ο πατέρας της Κωμωδίας του οποίου τα έργα θίγουν καταστάσεις που είναι και δικές μας, επειδή οι ανθρώπινες συμπεριφορές είναι αναλλοίωτες και προσαρμόζονται μόνο σε απαιτήσεις της κάθε εποχής.

Στ’ αχνάρια του μεγάλου αρχαίου σατυρικού ο νεότερος Έλληνας Γεώργιος Σουρής αποτελεί ανεξάντλητη πηγή πολιτικών, καθημερινών, ιδιωτικών, δημοσίων γεγονότων και συμπεριφορών που με την πανέξυπνα ποιητική, καυστικά απολαυστική, χιουμοριστικά σκληρή, αφοπλιστικά απλή γραφή του μας αφήνει έκπληκτους τόσο με τα ποιητικά του έργα όσο και με την έμμετρη εφημερίδα του «Ο ΡΩΜΗΟΣ».

Μέσα από το πλήθος των ποιητικών του σελίδων διακρίνουμε την αγωνία και την ζωντάνια, τα λάθη, τις επιτυχίες και αποτυχίες, τις σκέψεις και τις απόψεις, τον χαρακτήρα και το φιλότιμο ενός λαού που είναι ίδια και απαράλλαχτα ένα αιώνα και πλέον μετά.

Ο Γ. Σουρής χρησιμοποιεί δύο βασικά τραγικά πρόσωπα τον «Φασουλή» και τον «Περικλέτο» και των οποίων τα ονόματα έχει δανεισθεί το μεν πρώτο από την σύγχρονη εποχή του και το δεύτερο από την αρχαιότητα που ζει και εκφράζει όμως την σύγχρονη και πάλι ζωή. Οι δύο αυτές σημαντικές φιγούρες που αποτελούν και την φωνή της συνείδησης του λαού μας και αντικαθιστούν τον «χορό» του αρχαίου θεάτρου, απεικονίζουν ολόκληρη την εποχή με τα θετικά και αρνητικά στοιχεία της.

Ο Γ. Σουρής με την γνησιότητα, την απλότητα, την ειρωνεία και την ειλικρίνεια της πέννας του είναι αγαπητός και επίκαιρος πάντοτε ,επειδή μας κάνει να γελάμε αλλά παράλληλα την ίδια στιγμή μας κάνει να συγκρίνουμε και να κρίνουμε εμάς τους ίδιους και την δημόσια και ιδιωτική συμπεριφορά μας στην εκατονταετία που μας χωρίζει από τα έργο του.

Άραγε, πόσους από εμάς αφυπνίζει και μας κάνει ν’ αναρωτιόμαστε μετά το τέλος της παράστασης; Πιστεύουμε πολλούς και νεότερους και μεγαλύτερους.

Αρχοντία Β. Παπαδοπούλου

ΓΙΑ ΤΟ ΘΕΑΤΡΙΚΟ ΛΟΓΟ

δημοσιεύτηκε στη στήλη: ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ - theatrinos @ 6:35 pm

Της Κωνσταντίνας Δούκα
Μιλώντας για τον θεατρικό λόγο χωρίς κοινοτυπίες, ίσως ωφελούσε τον ανυποψίαστο θεατή, που κάθεται μπροστά στο φωτισμένο προσκήνιο, τον ύψιστο κριτή και αποδέκτη των θεατρικών μηνυμάτων. Στο πέρασμα των αιώνων, ο θεατρικός λόγος αποδείχτηκε ότι ήταν η κορυφαία έκφραση του ανθρώπου στον πλανήτη. Θεσμός υπερδημοκρατικός, ο θεατρικός λόγος δεν περιορίζεται μόνο στο να νουθετεί, αλλά προετοιμάζει τον κόσμο για τα δεινά που τον περιμένουν.

Η Δραματουργία είναι ίσως η πιο σκληρή γλώσσα προειδοποίησης αλλά και η κωμωδία έχει πιθανώς παρεξηγηθεί. Με την κωμωδία γελάμε αντί να κλαίμε. Αν ο συγγραφέας ήταν ευχαριστημένος από τους πολιτικούς που διαφεντεύουν και μονοπωλούν το δημόσιο βίο, θα έγραφε για άλλα θέματα δυσάρεστα και τότε, ίσως είχαμε μια νέα ποιότητα δραμα-τουργίας, που θα δημιουργούσε πληγές αθεράπευτες σε ένα κοινό, που δεν είναι πάντοτε καλά παρασκευασμένο να δεχθεί

τον πάντα και σε κάθε εποχή προωθημένο θεατρικό λόγο, τον ογκόλιθο της στήριξης κάθε πολιτιστικής έκφρασης.

Ο θεατρικός λόγος είναι αμείλικτος πραγματιστής αλλά και μέγιστος ονειροπόλος. Πολλές φορές κουβαλά μέσα του λάθη και προσκόμματα απ’ αυτά που βρίσκονται στα θεατρικά έργα όσο χειρότεροι είναι οι κριτικοί, αλλά και αυτά δεν στέκονται ικανά να αναχαιτίσουν την πολιτισμική επέλαση του θεατρικού λόγου στις κοινωνίες των ανθρώπων.

Ανέκαθεν το Θέατρο, που ήταν μια εσωτερική ανάγκη για τον συμβιβασμό των ανθρώπων στη κοινωνική τους συμβίωση, είχε ρόλο εκπαιδευτικό. Ο θεατρικός συγγραφέας, άτομο δραματικής δύναμης, λεπτό, ευαίσθητο, με θάρρος και φαντασία, πάσχει για λογαριασμό της ανθρωπότητας και γίνεται ο φυσικός κυματοθραύστης, που αναχαιτίζει το κοινωνικό κατρακύλισμα σε ατραπούς ψυχικής ένδοιας. Ο θεατρικός λόγος στρέφεται προς κάθε διεύθυνση : Από τους ουρανούς των Θεών μέχρι τα έγκατα της εξουσίας προκειμένου να διασώσει την ανώτερη φύση του ανθρώπου, που πολλές φορές καταπατάται βάναυσα, βλέποντας ακόμα πιο περά από τις συμφορές του παρόντος.