ειδήσεις ποιος είναι ο θεατρίνος θεατρική λέσχη άλλες σελίδες αρχική

26, September , 2007

Η ΜΟΥΣΙΚΗ ΕΠΕΝΔΥΣΗ ΣΤΟ ΘΕΑΤΡΙΚΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ Α. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ : “Η ΝΥΦΗ”

δημοσιεύτηκε στη στήλη: NΟΤΕΣ ΤΗΣ ΑΥΛΑΙΑΣ - theatrinos @ 5:27 pm

ΤΟ ΠΑΡΟΝ ΣΗΜΕΙΩΜΑ  ΠΕΡΙΕΧΕΤΑΙ ΣΤΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΤΩΝ ΠΑΡΑΣΤΑΣΕΩΝ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ

 

Ήταν στα μέσα Μαίου τού 1995, όταν γνώρισα τον Αντώνη Παπαδόπουλο…

Σκηνοθετούσε τη "ΝΥΦΗ" κι όταν αποφασίσαμε να γράψω τη μουσική που θα την έντυνε,

ένιωθα κιόλας, απο την πρώτη πρόβα, έναν έντονο προβληματισμό:

Πως θα μπορούσα να προσεγγίσω ένα θεατρικό λόγο  τόσο ρεαλιστικό και ταυτόχρονα τόσο μεταφυσικο;

Η "ΝΥΦΗ" του Αντώνη Παπάδοπουλου, ένα έργο γραμμένο για τις λαϊκές φτωχογειτονιές

της Κοκινιάς στη δεκαετία του 60, με είχε συνεπάρει θυμάμαι από τις πρώτες αναγνώσεις των ηθοποιών με την αμεσότητα των διαλόγων του κειμένου αλλά και τις εναλλαγές των συναισθημάτων…

Βάδιζα στο δρόμο μετα τις συναντήσεις και σκεφτόμουν πώς έπρεπε άραγε να επενδύσω μουσικά το έργο…

Στη "ΝΥΦΗ" ακούγεται συχνά-πυκνά η μελωδία ενος ακορντεόν, σύμφωνα με το συγγραφέα.

Ωστόσο απέφευγα συστηματικά να συνθέσω μια μουσική, πιστή στο κείμενο…

γιατί τότε θα έπρεπε να γράψω με ένα ύφος  λαϊκό της δεκαετίας του 60, κάτι που με δέσμευε καλλιτεχνικά,

αλλά και όπως αργότερα κατανόησα θα ήταν λάθος,καθώς το κείμενο του Αντώνη Παπαδόπουλου, είναι  ένα κείμενο διαχρονικό, με διαχρονικούς ήρωες και γειτονιές…

 Είχα παρακολουθήσει δυο-τρεις πρόβες, αν δεν με ξεγελά η μνήμη μου, κι ήταν ένα βραδάκι του Μαίου… Κόντευε δέκα και φυσούσε ένα απαλό μονότονο βοριαδάκι. Γύρισα σπίτι και δεν έκατσα, όπως το συνήθιζα, στο πιάνο αλλά έπιασα στα χέρια μου ένα παλιό ξεχασμένο ακορντεόν. Φόρεσα τις φθαρμένες ζώνες του, κι άρχισα να σκαλίζω

τα ξεκούρδιστα πλήκτρα του. Σε ενα ρε μινόρε τόσο αφοπλιστικά απλό έμεινα…κόλησσα…

‘Επαιζα για ωρες, ανεβοκατεβαίνοντας την κλίμακα και κατέληγα στο ίδιο μουσικό μοτίβο.

Θυμάμαι πως η Σι ύφεση δεν πατιόταν καλά και κάθε φορά που περνούσα από τη νότα αυτή, έκανα προσπάθεια  για να την ακούσω…

Κατά ένα μαγικό τρόπο, η "ΝΥΦΗ" είχε επιλέξει μόνη της τη μουσική της! ‘Έτσι πίστευα κι εξακολουθώ να πιστεύω ακόμα και σήμερα.

Πήρα το βασικό θέμα και δεν το ανέπτυξα, όπως ίσως θα όφειλε να κάνει κάθε "καθως πρέπει" μουσικός.Κι αυτό γιατί, μες στην απλότητα της μελωδικής του γραμμής το θέμα της "ΝΥΦΗΣ", ήταν ήδη φλύαρο… Τόσο φλύαρο, όσο κι οι νοικοκυρές του έργου…Μια φλυαρία όμως, τόσο πολύτιμη για την εξέλιξη της δράσης!

Ακόμα, το θέμα ήταν αρμονικά ολοκληρωμένο. Από την ισορροπία της βασικής συγχορδίας στο μετέωρο συναίσθημα τού προσαγωγέα και ξανά πάλι στην ηρεμία της τονικότητας.

Όπως ακριβώς ολοκληρωμένοι είναι και οι χαρακτήρες του έργου. Με τις παραξενιές, τις μικρότητες, τις κακίες, τις καλοσύνες τους.

Τα υπόλοιπα μουσικά θέματα ήταν παραλλαγές του πρώτου, του αρχικού μοτίβο.

Το θέμα του ακορντεόν, έγινε ένα θέμα καθαρά κιθαριστικό και άλλαξε η τονικότητά του, τη στιγμή που η Φλώρα διώχνει τον Ιορδάνη… Το ίδιο θέμα βασισμένο σε πιάνο, επενδύει μουσικά τις περισσότερες σκηνές του έργου.

Όταν ξαναπιάστηκα το 2000 με τη "ΝΥΦΗ", αλλά και στην τελευταία μου ενάσχοληση με αυτήν φέτος, κατάλαβα πόσο αληθινό είναι το έργο.Τα συναισθηματα είναι αληθινά.Είναι αυτούσια .

 Η λύπη έιναι η λύπη, η χαρά χαρά, η αγάπη αγάπη…Κι ο θάνατος τόσο άμεσος και λυτρωτικός. Ένας θάνατος καθαρτικός.

Κάθε φορά που ασχολούμαι με τη "ΝΥΦΗ" , διαπιστώνω πόσο μουσικά, ανέξαντλητη πηγή εμπνέυσεως είναι…

Και κάθε φορά προσπαθώ να εφεύρω μελωδίες καινούργιες, πιο ολοκληρωμένες, πιο

περιγραφικές…

Ωστόσο κάθε φορά, η "ΝΥΦΗ", όπως και τότε, επιλέγει τη μουσική της….Ένα απλό, λιτό θεματάκι, παιγμένο στο ακορντεόν…

κι ας περνάει που και που από μιά νότα που δεν καλοπατιέται και δεν καλοακούγεται….

 

Γ.Κομνάς 

19, September , 2007

Ο «Ματωμένος Γάμος» μέσα από τις μελωδίες του Μάνου Χατζιδάκι

δημοσιεύτηκε στη στήλη: NΟΤΕΣ ΤΗΣ ΑΥΛΑΙΑΣ - theatrinos @ 6:36 pm

ένα άρθρο τού Γιώργου Κομνά

Ήταν το 1945, όταν ο Νίκος Γκάτσος κυκλοφόρησε σε βιβλίο τη μετάφραση ενός από τα σημαντικότερα θεατρικά έργα του αιώνα μας, το “ Ματωμένο Γάμο ” του Federico Garcia Lorca. Η πανανθρώπινη δυναμική του έργου, η αμεσότητα του Ισπανού ποιητή, ο λυρισμός και η γλωσσοπλαστική του δεινότητα έβρισκαν ένα ξεχωριστό κατάλυμα στο λεκτικό πλούτο του Νίκου Γκάτσου. .

..Ήταν η εποχή που στο γραφικό πατάρι του « Λουμίδη », ο Βαλαωρίτης, ο Γκάτσος, ο Ελύτης, ο Τσαρούχης, ο εικοσάχρονος τότε Μάνος Χατζιδάκις κι άλλοι πολλοί που συνέθεταν μια ξεχωριστή συντροφιά, ζούσαν μέσα σε καλλιτεχνικές συνευρέσεις γεμάτες όνειρα και ευαισθησία σε μια Ελλάδα που ψυχοραγούσε από τον πόλεμο και κυοφορούσε την ελπίδα…

«Εκεί άρχισε να σχηματίζεται μέσα μου η μουσική για το ”Ματωμένο Γάμο” με την ίδια δυσκολία που προσπαθούσαμε να υπάρχουμε…», έλεγε κάποια χρόνια αργότερα ο Μάνος Χατζιδάκις.

Αυτήν την περίοδο, παρ’ ότι νεαρός, με περίσσια γνώση και ωριμότητα ασχολείται με το Ρε-μπέτικο, το οποίο θεωρούσε ανεκτίμητο διαμάντι της ελληνικής κουλτούρας που όσο κι αν βρι-σκόταν στο περιθώριο, κυνηγημένο και παράνομο, λειτουργούσε περήφανο, βαθιά θρησκευτικό κι ερωτικό.

Σωστά ευαίσθητος, υγιής κάτω από τη διδασκαλία φίλων και δασκάλων, όπως ο ίδιος υπο-στήριζε, αρνήθηκε τη «σοβαρή» μας μουσική που η μια ντυμένη με κουρέλια παρίστανε την Ευρώπη κι η άλλη μισή, με φουστανέλες την «αθάνατη Ελλάδα» μέσα από επαρχιακούς στρατώνες. Δεν είναι λίγες οι φορές που ο μεγάλος μουσικοσυνθέτης ξεσήκωνε θύελλες αντιδράσεων για αυτές του τις απόψεις.

«Όπως ο Γκάτσος θέλησε να μεταφυτέψει τις ισπανικές προσωδίες στους λαϊκούς ποιητικούς ρυθμούς της γλώσσας μας, έτσι κι εγώ προσπάθησα να προεκτείνω τους ρυθμούς αυτούς στις παντοτινές πηγές της νεοελληνικής ευαισθησίας», έλεγε αργότερα ο Χατζιδάκις, αναφερόμενος στη μουσική για το έργο του Λόρκα.

Στο «Ματωμένο Γάμο» ο Μάνος Χατζηδάκις γράφει μια μουσική, που ο ίδιος λέει ότι προσάρ-μοσε στην ελληνική μουσική αντίληψη. Πενήντα πέντε χρόνια μετά μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι η μουσική σε σ΄ αυτό το έργο του Λόρκα είναι συν τοις άλλοις μια μουσική πανανθρώπινης αντί-ληψης. Ας μην ξεχνάμε ότι ο Λόρκα ήταν κι αυτός μουσικός, επηρεασμένος από τα φλαμένγκος

της εποχής του, από παραδοσιακούς ρυθμούς και μελωδίες γεμάτες πόνο κι ευαισθησία, ερωτικές αλλά και επικές, λιτές και μεγαλόπρεπες συνάμα.

Ο Μάνος Χατζιδάκις καταφέρνει να περάσει αυτά ακριβώς τα ίδια χαρακτηριστικά και στη μουσική του, με μελωδίες μοναδικές στη γλαφυρότητα των συναισθημάτων, με άρτιες ενορχη-

στρώσεις, με χορωδίες θρησκευτικής ευλάβειας.

Αναμφισβήτητα είναι παρούσα εδώ και η μετάφραση του Νίκου Γκάτσου, οι στίχοι του οποί-ου επηρεάζουν σημαντικά τον έλληνα συνθέτη.

Το “Τώρα νυφούλα μου χρυσή”, το “Νανούρισμα”, το «Ήταν καμάρι της αυγής» είναι με-ρικά από τα τραγούδια που αγαπήθηκαν από αυτή τη συνεργασία, που έμελλε να ήταν από τις κορυφαίες στιγμές στο ελληνικό θέατρο.

Το έργο παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στην Ελλάδα από το “Θέατρο Τέχνης” το 1948 , σε σκηνοθεσία Κάρολου Κουν, με τον Γιάννη Τσαρούχη στην επιμέλεια των σκηνικών και των κου-στουμιών και τους Βάσω Μεταξά, Έλλη Λαμπέτη και Βασίλη Διαμαντόπουλο στους κεντρικούς ρόλους. Το 1955 το έργο ξαναπαίχτηκε πάλι από το «Θέατρο Τέχνης».

Πολλά θεατρικά σχήματα ανέβασαν το έργο αργότερα, στα περισσότερα των οποίων η μουσική του Μ. Χατζιδάκι ήταν αναπόσπαστο τμήμα του όλου εγχειρήματος. Ο ίδιος ο συνθέτης σε πολλές απ’ αυτές τις κατοπινές παραστάσεις ξαναδούλεψε τις αρχικές συνθέσεις του,.

Ο ρεαλισμός, ο λυρισμός, η δράση, τα πάθη και τα συναισθήματα του “Ματωμένου Γάμου», βρήκαν από κείνη την άνοιξη του 1948 μια ποικιλία από νότες μελωδικά στρωμένες στο σανίδι του «Θεάτρου Τέχνης» κι ο Λόρκα , ένα συνοδοιπόρο στα μονοπάτια της ψυχής… Ένα συνοδοιπόρο που πότε στροβιλιζόταν σα γνήσιος ρεμπέτης στους λαϊκούς ρυθμούς και πότε αφουγκραζόταν τις βαριές ανάσες των θεατρίνων… Και τότε… σώπαινε ή μονολογούσε θλιμμένα σε… ένα ρε μινόρε…

20 ΛΑΪΚΑ ΧΟΡΙΚΑ ΓΙΑ ΤΟΥΣ «Ι Π Π Η Σ» ΤΟΥ ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗ από τον Μίκη Θεοδωράκη

δημοσιεύτηκε στη στήλη: NΟΤΕΣ ΤΗΣ ΑΥΛΑΙΑΣ - theatrinos @ 6:34 pm

τού Γιώργου Κομνά

Κάθε φορά που συναντώ τον Αριστοφάνη σε μία θεατρική παράσταση μένω εκστασιασμένος από την έντεχνα καμωμένη του ωμότητα, τον αστείρευτο σαρκαστικό αλλά και πάντα επίκαιρο λόγο του.
Πολλές φορές αναρωτιέμαι πως θα ήταν μια παράσταση του Αριστοφάνη εκείνη την εποχή, πως θα ήταν φτιαγμένα τα σκηνικά, τα κοστούμια, πως θα ήταν άραγε η μουσική που θα έντυνε το έργο…
Όταν το 1979,εντεκάχρονος τότε, παρακολουθούσα τους “Ιππής” του μεγάλου μας κωμικού στην Επίδαυρο, δεν μπορούσα να διανοηθώ ασφαλώς το μεγαλείο μιας θαυμάσιας συνεργασίας που ξεδιπλωνόταν εκεί μπροστά μου, μιας συνεργασίας πλήρους από κάθε άποψη. Άρτια σκηνοθεσία, εκλεκτοί ηθοποιοί και συνεργάτες και μία αριστουργηματική, κατά την ταπεινή μου γνώμη, μουσική. Μια μουσική που υποχρέωνε σε αρκετά σημεία την παράσταση σ’ ένα ξέφρενο κυνηγητό εντυπώσεων και ανταγωνισμού και που δεν έχανε ωστόσο καθόλου το συμπληρωματικό και υποβλητικό ρόλο της. Τη μουσική της παράστασης υπέγραφε ο Μίκης Θεοδωράκης και ήταν έτσι δομημένη που σου άφηνε την εντύπωση ενός αυτόνομου μουσικού έργου με όλες τις εναλλαγές στην τεχνοτροπία και στην έκφραση που αυτό συνεπάγεται. Με την απλότητα της ενορχήστρωσης άλλοτε, κυρίως στο αφηγηματικό μέρος της παράστασης αλλά και με τις επιβλητικές και πομπώδεις ενορχηστρώσεις, όπου αυτό υπαγορεύεται από το κείμενο, ο Μίκης Θεοδωράκης καταφέρνει με τρόπο μοναδικό ν’ αποδώσει τα συναισθήματα των προσώπων του έργου και συνοδοιπορεί στη δραματουργική εξέλιξη με εξαιρετική πρωτοτυπία, την οποία σταδιακά ξεδιπλώνει μέσα από τους ήχους και την εκφραστική δεινότητα των ερμηνευτών και των μουσικών.
Χρησιμοποιεί μελωδικές γραμμές που προσεγγίζουν τη λιτή σκέψη της αρχαίας ελληνικής μουσικής, με σαφείς ωστόσο αναφορές στη μετέπειτα μουσική μας παράδοση, στις οποίες οικοδομεί αρμονίες και ήχους σε κλασικές -αρχέγονες κυρίως- φόρμες.
Δημιουργεί έτσι ένα μουσικό έργο καθολικό και διαχρονικό που περιέχει έντονες εναλλαγές συναισθημάτων, με κωμικά αλλά και τραγικά πολλές φορές στοιχεία που αφήνουν έκπληκτο τον ακροατή με
την αμεσότητά τους. Στην πρώτη μας επαφή με τους “Ιππής” συναντάμε την καθαρή και στακάτη αφήγηση από τον Γιώργο Λαζάνη και στη συνέχεια μέσα από όμορφα μουσικά “διαλείμματα” πνευστών, κιθάρας και κρουστών, τη σκυτάλη παίρνει εναλλάξ με τον αφηγητή, ο χορός, ο οποίος εντυπωσιάζει τον ακροατή με το πάθος και τη σαρκαστική του ερμηνεία. Όσον αφορά την ορχήστρα, βιρτουόζοι όλοι τους, συντελούν στη μουσική απογείωση του έργου, άλλοτε μέσα από την άψογη συνεργασία τους και άλλοτε πάλι με τη δεξιοτεχνία των θεμάτων που εκτελούν. Είναι σκόπιμο να αναφέρουμε εδώ ότι το μουσικό έργο για τους “Ιππής” του Αριστοφάνη περιλαμβάνει την εισαγωγή, τις αφηγήσεις σε εναλλαγή με τα είκοσι χορικά του έργου και τον επίλογο, στον οποίο βρίσκουμε και τον ίδιο τον συνθέτη σε μία ερμηνευτική του στιγμή.
Για την ιστορία ν’ αναφέρουμε ότι την παράσταση είχε ανεβάσει το Θέατρο Τέχνης σε σκηνοθεσία Γιώργου Λαζάνη, μετάφραση Γιώργου Σκούρτη, χορογραφία Χάρις Ανταχοπούλου και σκηνικά και κοστούμια του Διονύση Φωτόπουλου. Η παράσταση πρωτοπαρουσιάστηκε στις 18 Αυγούστου 1979 στο Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου. Στο ρόλο του αφηγητή, όπως ήδη αναφέρθηκε ήταν ο Γιώργος Λαζάνης και κορυφαίοι ήταν οι: Πέτρος Πανδής, Γιάννης Θωμόπουλος και Κώστας Τσαπέκος. Στα κείμενα της αφήγησης ήταν ο ίδιος ο Μίκης Θεοδωράκης, ενώ οι ηχογραφήσεις έγιναν με την επίβλεψη του μεγάλου δασκάλου του θεάτρου μας, του Κάρολου Κουν.

Ν. ΧΑΤΖΗΑΠΟΣΤΟΛΟΥ :«Οι απάχηδες των Αθηνών»

δημοσιεύτηκε στη στήλη: NΟΤΕΣ ΤΗΣ ΑΥΛΑΙΑΣ - theatrinos @ 6:32 pm


Του Γιώργου Κομνά


Στην αυγή του περασμένου αιώνα, στις πρώτες δεκαετίες μιας νέας Ελλάδας που αναζητούσε στέρεη γη να στυλώσει τα λαβωμένα πόδια της, εκεί, λίγο μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, γεννήθηκε, άνθισε και αναπτύχθηκε ένα είδος λυρικού θεάτρου, η Οπερέτα. Γόνος της Ευρωπαϊκής, που ήδη άκμαζε στο Παρίσι, στη Ρώμη και στη Βιέννη, η ελληνική οπερέτα ξεκίνησε τη πορεία της απ’ τα Επτάνησα, γρήγορα όμως υιοθετήθηκε από το αθηναϊκό κοινό και ως εκ τούτου εκφράστηκε μέσα από τον οίστρο σημαντικών καλλιτεχνών της εποχής.

Ένας από τους κύριους εκπροσώπους της αθηναϊκής οπερέτας ήταν ο Νίκος Χατζηαποστόλου. Πλούσιος σε εκφραστικότητα και πρωτοτυπία, με γερά ερείσματα μουσικής παιδείας, μας χάρισε πανέμορφα έργα, εκ των οποίων ένα βρίσκεται σε περίοπτη θέση, στην ιστορία του μουσικού θεάτρου: Οι Απάχηδες των Αθηνών.

Είμαστε στο 1921. Ο Νίκος Χατζηαποστόλου είναι στην ηλικία των 37 χρόνων και γράφει τη μουσική με τη φρεσκάδα ενός έφηβου και την ωριμότητα ενός γέροντα. Η ευαισθησία, ο λυρισμός του, η γλαφυρότητα με την οποία ντύνει το θεατρικό δρώμενο, είναι από τα κύρια χαρακτηριστικά της μουσικής του γραφής. Η κωμωδία και η φάρσα, βασικά συστατικά της οπερέτας είναι παρούσες και στη μουσική του και ξεδιπλώνονται με περίσσια χάρη κι ευρηματικότητα. Συνυπάρχουν δε, αρκετές φορές με το δράμα, το οποίο α-

αναδύεται με έναν καθαρτικό τρόπο.

Στην αυγή του περασμένου αιώνα, στις πρώτες δεκαετίες μιας νέας Ελλάδας που αναζητούσε στέρεη γη να στυλώσει τα λαβωμένα πόδια της, εκεί, λίγο μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, γεννήθηκε, άνθισε και αναπτύχθηκε ένα είδος λυρικού θεάτρου, η Οπερέτα. Γόνος της Ευρωπαϊκής, που ήδη άκμαζε στο Παρίσι, στη Ρώμη και στη Βιέννη, η ελληνική οπερέτα ξεκίνησε τη πορεία της απ’ τα Επτάνησα, γρήγορα όμως υιοθετήθηκε από το αθηναϊκό κοινό και ως εκ τούτου εκφράστηκε μέσα από τον οίστρο σημαντικών καλλιτεχνών της εποχής

Ένας από τους κύριους εκπροσώπους της αθηναϊκής οπερέτας ήταν ο Νίκος Χατζηαποστόλου. Πλούσιος σε εκφραστικότητα και πρωτοτυπία, με γερά ερείσματα μουσικής παιδείας, μας χάρισε πανέμορφα έργα, εκ των οποίων ένα βρίσκεται σε περίοπτη θέση, στην ιστορία του μουσικού θεάτρου: Οι Απάχηδες των Αθηνών.

Είμαστε στο 1921. Ο Νίκος Χατζηαποστόλου είναι στην ηλικία των 37 χρόνων και γράφει τη μουσική με τη φρεσκάδα ενός έφηβου και την ωριμότητα ενός γέροντα. Η ευαισθησία, ο λυρισμός του, η γλαφυρότητα με την οποία ντύνει το θεατρικό δρώμενο, είναι από τα κύρια χαρακτηριστικά της μουσικής του γραφής. Η κωμωδία και η φάρσα, βασικά συστατικά της οπερέτας είναι παρούσες και στη μουσική του και ξεδιπλώνονται με περίσσια χάρη κι ευρηματικότητα. Συνυπάρχουν δε, αρκετές φορές με το δράμα, το οποίο αναδύεται με έναν καθαρτικό τρόπο.

Ο ίδιος ο δημιουργός ισορροπώντας ανάμεσα στην επτανησιακή καντάδα και το αστικό τραγούδι, ανάμεσα στην ηθογραφία και το κωμειδύλλιο, μας δίνει ένα έργο καθαρά ελληνικό και λαϊκό, έναν πρόδρομο θα τολμούσα να πω, του σημερινού “έντεχνου”…

Οι ρυθμοί που χρησιμοποιεί είναι παρμένοι από την κλασσική μουσική και από την ελληνική παράδοση. Την ενορχήστρωση υπογράφει ο γιος του συνθέτη, Ανδρέας Χατζηαποστόλου, ο οποίος χρησιμοποιεί με αξιοζήλευτη επιλεκτική λιτότητα το μουσικό θησαυρό γνώσεων που διαθέτει και καταφέρνει να εντυπωσιάσει τον ακροατή με την αφαιρετική του αντίληψη.

Τί να πει τέλος κανείς για τις φωνές που χρησιμοποιεί ο συνθέτης ; Ερμηνείες μεστές, γεμάτες ενθουσιασμό και σφριγηλότητα, ξεχειλίζουν από παρορμητισμό και μεράκι…. Από τα γνωστότερα τραγούδια του έργου είναι :

“Ρετσίνα μου”, “Ο αγωγιάτης”, “Πόσο σ΄ έχω συμπαθήσει”, “Σαν όνειρο μαγευτικό” “Μόνο για σένα” και άλλα πολλά. Οι “Απάχηδες των Αθηνών” γνώρισαν την αποθέωση του αθηναϊκού κοινού, αγαπήθηκαν και έγιναν δημοφιλείς, όσο λίγα έργα στη χώρα μας, σε μια εποχή που η Αθήνα προσπαθούσε να κρατήσει την ηθικότητά της, ερωτοτροπούσε κρυφά στα παρτέρια τα δειλινά, έκανε ρομαντικούς περίπατους στο Ζάππειο και… κοκκίνιζαν τα μάγουλά της από ντροπή, κάθε φορά που την σύστηναν…